αντιαεροπορικός

αντιαεροπορικός
η , ό[ν] противовоздушный;
зенитный;

αντιαεροπορική άμυνα — противовоздушная оборона;

αντιαεροπορικο πυροβόλο — зенитное орудие;

αντιαεροπορικό πυροβολικό — зенитная артиллерия;

αντιαεροπορικό πολυβόλο — зенитный пулемёт


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "αντιαεροπορικός" в других словарях:

  • αντιαεροπορικός — ή, ό αυτός που χρησιμοποιείται ή προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον αεροσκαφών ή βλημάτων …   Dictionary of Greek

  • αντιαεροπορικός — ή, ό αυτός που χρησιμεύει για την άμυνα εναντίον αεροπορικής επίθεσης: Η κυβέρνηση προμηθεύτηκε αντιαεροπορικούς πυραύλους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντι- — (AM ἀντι ) (< πρόθ. αντί). Κατά τη σύνθεση, η πρόθεση αντί προ φωνήεντος εμφανίζεται κανονικά με έκθλιψη του ι ως αντ είτε, αφομοιωτικά, ως ανθ , όταν το φωνήεν που ακολουθεί δασύνεται, μολονότι σε νεώτερα ιδίως σύνθετα ή και σε αρχαία από… …   Dictionary of Greek

  • προβολέας — Συσκευή κατάλληλη να συγκεντρώνει το φως μιας πηγής σε δέσμη και να την κατευθύνει προς ορισμένη κατεύθυνση με σκοπό να φωτιστούν μακρινά αντικείμενα. Ο π. αποτελείται από οπτικές διατάξεις, ανακλώσες ή κατοπτρικές αν χρησιμοποιούνται κάτοπτρα,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»